Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Ξαναβλέποντας το Loveless του Andrey Zvyagintsev


«-Ας πούμε πως ζούσαμε. Ας πούμε. Χωρίς αγάπη. Δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αγάπη.»

Αν η αγάπη ακούγεται ως αυτονόητο συστατικό των σχέσεων, τότε στην νέα ταινία του Zvyagintsev, φαίνεται πως ακόμα και η απουσία της μπορεί να αποτελέσει έναν εξίσου δυνατό λόγο για την παράταση τους. Όσο εύκολα εξάλλου, οι άνθρωποι σχετίζονται με αυτούς που αγαπάνε, τόσο δύσκολα αποσχίζονται από αυτούς που τους στερούν την αγάπη.

Οι ήρωες της ταινίας, από την Ζένια και τον Μπορίς, ένα ζευγάρι λίγο πριν τη λύση του γάμου τους, τους εραστές τους, τη μάνα της Ζένιας, τη μάνα της ερωμένης μέχρι τον μικρό Αλιόσα, τον γιό του ζευγαριού που εξαφανίζεται, παραμένουν σε όλη την διάρκεια της ταινίας, δυσλειτουργικά μεν, αλλά σταθερά δε, συνδεδεμένοι μεταξύ τους, με ένα βασικό παρονομαστή. Την απουσία της αγάπης.

«-Ένοιωθα κάτι σαν αηδία όταν τον γέννησα, ακόμη και τώρα όταν τον βλέπω νοιώθω ότι έκανα ένα ασυγχώρητο λάθος» ομολογεί η πρωταγωνίστρια με αξιοζήλευτη ειλικρίνεια και όμως αυτό δεν είναι (ποτέ) αρκετό για να παύσει να είναι το παιδί της.

Αν σκεφτεί κανείς εντούτοις, πως η απουσία, η έλλειψη, είναι πάντα ως ένα βαθμό επιθυμία για αυτό που λείπει, τότε φαίνεται πως δεν είναι η απουσία αυτή καθαυτή που λειτουργεί ως προβληματικά συνδετικός κρίκος των σχέσεων μεταξύ των ηρώων, αλλά η σπαραχτική επιθυμία τους για αγάπη. Αυτό που δεν διάβασα σε καμία κριτική της ταινίας, είναι αυτή η επιθυμία των ηρώων, σαν μικρά παιδιά, να αγαπηθούν.

«-Θέλω πολύ να είμαι ευτυχισμένη. Μ’ αγαπάς αλήθεια?» αγωνιά η πρωταγωνίστρια.

Οι ήρωες του Zvyagintsev, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, από το «The return» έως το «Leviathan», είναι βαθιά ανθρώπινοι, με πόθο και πάθη, θύτες και θύματα ταυτόχρονα, που «ας πούμε πως ζούνε» το μαρτύριο της ανθρώπινης ύπαρξής τους. Για να αγαπήσεις, πρέπει να ‘χεις λάβει αγάπη.  Και για να λάβεις αγάπη, πρέπει να αγαπήσεις. Και μοιάζει η διαδοχή αυτή να μην έχει τέλος στην ιστορία τους, αφήνοντάς τους να εγκλωβισμένους σε ένα φαύλο κύκλο έλλειψης και επιθυμίας.

Έναν κύκλο που μοιάζει να ανατροφοδοτείται διαρκώς από τις σάρκες του. Οι γυναίκες της ταινίας, από το ζευγάρι που ενδιαφέρεται να νοικιάσει το σπίτι στην αρχή της πλοκής, έως το τελευταίο πλάνο με την γιαγιά και το νήπιο, είναι όλες μάνες ή κυοφορούσες, διασφαλίζοντας την διαιώνιση της ματαιότητας της ύπαρξης.

Η ιστορία εξελίσσεται στην σύγχρονη Ρωσία, που φέρει στις πλάτες της το δικό της υπαρξιακό δράμα. Το τραυματικό παρελθόν της, τα απομεινάρια μιας παλιάς Ρωσίας, αυταρχικής, τιμωρητικής, χωρίς ίχνος αγάπης για τα παιδιά της. Μιας παλιάς Ρωσίας αυστηρά θρησκόληπτης, που κατάφερε να επιβληθεί (και να επιβάλει) στα παιδιά της ένα δήθεν Χριστιανικό πλαίσιο ηθικής. 

«-Το αφεντικό του έχει επιβάλει τον ορθόδοξο νόμο στην δουλειά. Προσλαμβάνεσαι μόνο αν είσαι παντρεμένος. Και φυσικά βαφτισμένος. Αυτή είναι η πολιτική της εταιρίας. Κανείς δεν χωρίζει με την γυναίκα του παρά μόνο λόγω ανωτέρας βίας, όπως θάνατος.» «-Πρέπει να σκεφτείς τον εαυτό σου, εδώ πατάμε επί πτωμάτων».

Σε αυτό το πλαίσιο, η σύγχρονη Ρωσία, προσπαθεί, όπως και οι ήρωες της ταινίας, να επιβιώσει, να βρει τον εαυτό της, να αγαπήσει και να αγαπηθεί, όντας όμως συναισθηματικά πληγωμένη από το παρελθόν της. Οι ήρωες βγάζουν selfies με τα κινητά τους και συνομιλούν μέσω Skype, φλερτάρουν αδιάκοπα και χτυπάνε τα ποτήρια τους στην υγεία της αγάπης, παρακολουθούν με απάθεια στην τηλεόραση μέσα στο πολυτελή διαμερίσματα τους τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Κι όμως ταυτόχρονα, στο ίδιο πλάνο, ψάχνουν με αγωνία, μέσα σε εγκαταλελειμμένα κτίρια - σύμβολα του παρελθόντος, τον μικρό Αλιόσα που έφυγε, αυτό που τους λείπει, αυτό που έχασαν.

Ο μικρός Αλιόσα δεν είναι το θύμα της ταινίας. Είναι ο μικρός ήρωας που βρήκε την δύναμη να κοιτάξει κατάματα, να κλάψει σπαραχτικά από τα πρώτα λεπτά της ταινίας, να πληγωθεί και να αποχωρήσει δραματικά από το μαρτύριο των υπολοίπων ηρώων. Γιατί πολύ απλά «Δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αγάπη.»


Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

GAP












Πόσο ατέλειωτο μοιάζει αυτό το κενό

Για το ένα σκαλοπάτι πιο κάτω

Για να ανέβεις μια στάλα


Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ














Πόσο βαρετές οι πολυσύλλαβες λέξεις.

Από την άρθρωση της πρώτης συλλαβής

ως την εκπνοή της τελευταίας,

σ΄αυτές έχεις όλο το χρόνο να κρυφτείς

τρομαγμένος,

από την δύνη άλλων τυχόν,

ταχύτατων λέξεων.

Γέννηση, έρωτας, πόθος, πόνος, ζωή, θάνατος.

Η ενηλικίωση...

Ένα παιδί κλαίει μονάχο στο σκοτάδι,

αυτό φοβάσαι.


Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

ΔΕΝ ΑΓΑΠΩ

Το πλέον πρόσφατο συμπέρασμα μου στην προσπάθεια να ανακαλέσω και να ξορκίσω τον φόβο, είναι η διαπίστωση πως το «σ’ αγαπώ» δεν υπάρχει.

Επικίνδυνα προκλητικό εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα, αν αναλογιστεί κανείς με πόση ματαίωση επιβάλλεται πάνω στο «φόβο» και το «αγαπώ», αυτό το «δεν υπάρχει».

Η αγάπη. Ετερόπλευρο συναίσθημα, παθητικής μόνο φωνής. Ενδέχεται και σιωπής, ή κραυγής, αναλόγως της έντασης. Ή του φόβου.

Σε ενεργητική μορφή υπάρχει μόνο ως πόθος. Σ’ επιθυμώ, σε λαχταρώ, σε ποθώ. Δεν υπάρχει «σ αγαπώ». Δεν αγαπώ.

Μ αγαπάς; Προπατορική ανάγκη, με προσωπική , σχεδόν εγωιστική, αντωνυμία και πάντα φοβικό σημείο στίξης. Δεν αγαπώ. Έχω ανάγκη να μ’ αγαπάς.

Δεν αγαπώ. Με φοβάμαι. Μ αγαπάς;


Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ


Υπάρχουν κάποιες στιγμές που θες να αρχίσεις να διηγείσαι την ιστορία σου.

Ή μάλλον υπάρχουν κάποιες στιγμές που η ιστορία σου καρτερά, για να μπορέσει να βγει από μέσα σου.

Όπως ο βράχος μες στη θάλασσα, που περιμένει υπομονετικά την άμπωτη μιας παλίρροιας για να προβάλλει την σάρκα του στον ήλιο.

Δεν είναι όλες οι ιστορίες προς έξοδο. Και δεν έχουν και όλοι οι άνθρωποι βράχους.

Υπάρχουν κάποιοι, που όταν κολυμπούν επιλέγουν να ανοίγουν τα μάτια τους μέσα στη θάλασσα και κάποιοι άλλοι, όταν σηκώνουν το κεφάλι τους να πάρουν ανάσα.

Υπάρχουν και κάποιοι, πιο σοφοί, που τα κρατούν συνέχεια ανοιχτά. Που βλέπουν την γραμμή της θάλασσας να τους χωρίζει το οπτικό πεδίο στα δύο. Που καταφέρνουν έστω και για μια στιγμή, να δουν στο μικροσκόπιο, την απέραντη γραμμή του ορίζοντα.

Αυτή την γραμμή που ορίζει το μέσα με το έξω, την γραμμή που περιμένουμε να εξαϋλωθει κάποια στιγμή, για να αρχίσουν να βγαίνουν οι ιστορίες προς τα έξω.

Όταν έχει απανεμιά, όταν η θάλασσα καταλαγιάζει, όταν ο ουρανός γίνεται ασυννέφιαστος και ξαστεριάζει.

Δονούσα 2016, η πιο ωραία ξαστεριά έως τώρα.


Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

BACKWARDS

Εδώ και καιρό, εχω αρχίσει να ξαναμαθαινω.

Όταν μετράς ήττες, θυμάσαι πως η γνώση είναι εφόδιο. Και όταν οι έφοδοι σου λιγοστεύουν, πρέπει να μάθεις να ξαναμαθαινεις.

Εχω αρχίσει να ξαναμαθαινω τις λέξεις, να ξαναερμηνευω τα σημαίνοντα, να ξανά αναρωτιέμαι για τα σημαινόμενα, να ψαχνω να βρω πως κουμπωνουν πανω μου.

Φοβος, παρεκλιση, απορριψη, ματαιωση, θυμος. Απο ποσες λεξεις απαρτιζεται η μοναξια. Κ ποσες λεξεις πρεπει να μασησεις καλα, να τεμαχίσεις κομματάκια για να τις φτυσεις από μέσα σου;

Ταξιδεύω ανάποδα για να ξαναγνωρίσω τον χρόνο. Με μικρές στάσεις σε μνήμες-σταθμούς.

Είναι περίεργο να ξαναπλησιαζεις το συναίσθημα απαλλαγμένο , όσο γίνεται, από συναίσθημα. Σαν να μην το έζησες εσύ. Πιο μακρυά βαλμένο στο χρόνο, πιο βαθιά κρυμμένο σε σένα.

Όλα είναι θέμα χρόνου. Ο χρόνος που χάθηκε και ο χρόνος που απομένει. Ο χρονος που τον φλερταρεις και δεν τον ριχνεις. Που τον φτυνεις και δεν γυρναει. Που τον κυνηγας και στ αρχιδια του.

Η συμφιλιωση. Υπουλη λεξη. Σαν την ανακωχη. Θυμιζει την εχθρα που προγηθηκε. Τον πολεμο που τελειωσε. Τελειώνουν άραγε οι πόλεμοι χωρις νικητη;

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Ο ΘΥΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ


Καταπίνοντας τις τελευταιες φουσκάλες από τον αφρό της fix συνοδεία του Red, πέφτω πάνω σε ένα ακόμη επεισόδιο του σήριαλ της αυτοκτονίας του Β. ή αλλιώς της πρόσφατης και προσωρινής (πάω στοίχημα) ανακάλυψης από τον νεοέλληνα της έννοιας του bullying.

Ανακαλώ όλες τις φεισμπουκικές και ιντερνετικές δημοσιεύσεις οργισμένων “be” και “wanna be” εφήβων που χτίζουν το άλλοθι τους είτε ανα-ποστάροντας συνθήματακια για τον ρατσισμό και την διαφορετικότητα είτε καταδεικνύοντας τους πραγματικούς δολοφόνους του Β. αναπαράγωντας οι ίδιοι τον εκφοβισμό, τον οποίον ξορκίζουν.

Ο Β. δεν έπεσε θύμα της διαφορετικότητας του, αν υπήρχε τέτοια. Ήταν πρωτίστως θύμα του θυμού των θυτών του. Θυμός που έχει πέρα από οικογενειακές, και κοινωνικές ρίζες και πηγές ανατροφοδότησης. Δεν μπορεί κανείς να ξέρει από που πήγαζε ο θυμός των συγκεκριμένων 4-5 20χρονων, μπορεί όμως σε 1-2 λεπτά να βρει πολλαπλές συσχετίσεις του θυμού ενός ανθρώπου με την οικογενειακή πίεση που μπορεί να χει υποστεί, την κοινωνική αδικία που βιώνει ή την ενηλικίωση του ως θύμα που κάπου οφείλει να ξεσπάσει. Είναι ο θυμός του πιτσιρικά που μπορεί να τρώει ξύλο, της οικογένειας που της κόψανε το ρεύμα ή απλά του τύπου που τα χει πάρει με τον γείτονα που έχει πιο μουράτη γκόμενα.

Είναι όμως και η ίδια νοοτροπία του θύματος που κουβαλάει και ο Έλληνας με «τα 400 χρόνια σκλαβιάς», «την Ευρώπη που δεν τον αφηνει να ορθοποδήσει», «τους πολιτικούς που του φάγαν τα φράγκα». Ο έλληνας έχει μεγαλώσει ως θύμα και σέρνει μαζί του το κόμπλεξ οτι θα πέσει ξανά θύμα. Και ο θυμός του γίνεται νταηλίκι που ξεσπά σε όλους και όλα, «στέλνει τον Βαρουφάκη που είναι μαγκας να γαμήσει την ευρώπη», «δουλεύει όσο γουστάρει γιατί δεν τον πληρώνουν καλά», «κορνάρει», «φτύνει», «βρίζει» και στο διάλλειμα «σπάει και πλάκα με τον πιτσιρικά στις εστίες». Στο μεταξύ έχει σκοτώσει και 5 κυνηγούς που μπήκαν στο χωράφι του χωρίς να πάρουν άδεια (Καλύβια Αγρινίου 2006). Ο θυμός του "αδικημένου" θύματος.

Ο Β. δεν έπεσε θύμα μόνο του θυμού των θυτών του. Έπεσε και θύμα του φόβου του. Γιατί ο Έλληνας πέρα από χρυσαυγίτης είναι και χριστιανός, πέρα από αριστερός είναι και δεξιός και γιατί ο φόβος φυλάει τα έρμα. Ξανά δεν ξέρει κανείς γιατί ο φόβος ενός 20χρονου ήταν πιο δυνατός από το ένστικτο της επιβίωσης αλλά μπορεί να βρει ίδιες συσχετίσεις του φόβου με την οικογενειακή άρνηση, την δική του πιθανή κακοποίηση, την ενηλικίωση με την νοοτροπία του θύματος που δεν μπορεί να ξεσπάσει, δεν πρέπει να είναι διαφορετικός ή καλύτερα δεν πρέπει να φαίνεται. Δεν πρέπει να φαίνεται διαφορετικός ή δεν πρέπει να φαίνεται καθόλου. Ο φόβος του μαθητή που δεν σηκώνει το χέρι, του υπαλλήλου "yes sir", της γυναίκας που τρώει ξύλο, του ομοφιλόφιλου άντρα, ο φόβος των γονιών που ντύνει τα ίδια τα παιδιά τους.

Δεν ξέρω αν ο Β. ήταν ομοφιλόφιλος ή όχι, και δεν είναι το ζητούμενο. Ξέρω πως ακόμη και να ίσχυε, δεν ήταν αυτό που ενδυνάμωσε τον θυμό των άλλων τόσο, όσο ενδυνάμωσε τον δικό του φόβο. Είναι ο ίδιος φόβος που θα κουβαλούσε αν ήταν πιο κοντός ή πιο χοντρός, αν ήταν ψευδός ή με νοητική υστέρηση, ή απλά διαφορετικός. Ο φόβος του διαφορετικού θύματος.

Δεν ξέρω με ποια γαμημένη μετάλλαξη το ίδιο θύμα μπορεί να γίνει θυμός από την μιά αλλά και φόβος από την άλλη και ούτε είμαι σίγουρος πως οι δύο συμπεριφορές δεν εναλλάσονται. Το μόνο που φαντάζομαι είναι πως όσο οι Βαγγέληδες της ελληνικής κοινωνίας νομίζουν οτι διαφέρουν από το πρότυπο που στερεοτυπικά οφείλουν να μοιάζουν, τόσο περισσότερο φοβισμένα θύματα γίνονται εις βάρος των θυμωμένων θυμάτων της ίδιας κοινωνίας.