Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

ΦΟΒΑΜΑΙ

Το πλέον πρόσφατο συμπέρασμα μου στην προσπάθεια να ανακαλέσω και να ξορκίσω τον φόβο, είναι η διαπίστωση πως το «σ’ αγαπώ» δεν υπάρχει.

Επικίνδυνα προκλητικό έως αυτό-αναιρετικό εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα, αν αναλογιστεί κανείς πόσο ακυρωτικά επιβάλλεται πάνω στο «φόβο» και το «αγαπώ», αυτό το «δεν υπάρχει».

Η αγάπη. Μονόπλευρο συναίσθημα, παθητικής μόνο φωνής. Ενδέχεται και σιωπής ή κραυγής αναλόγως της έντασης. Ή του φόβου.

Σε ενεργητική μορφή υπάρχει μόνο ως πόθος. Σε φροντίζω, σ’ επιθυμώ, σε ποθώ. Δεν υπάρχει «σ αγαπώ». Δεν σ’ αγαπώ. Θέλω να μ’ αγαπάς.

Μ αγαπάς; Προπατορική ανάγκη, με προσωπική , σχεδόν εγωιστική, αντωνυμία και φοβικό πάντα σημείο στίξης.

Φοβάμαι. Μ αγαπάς;


Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ


Υπάρχουν κάποιες στιγμές που θες να αρχίσεις να διηγείσαι την ιστορία σου.

Ή μάλλον υπάρχουν κάποιες στιγμές που η ιστορία σου καρτερά, για να μπορέσει να βγει από μέσα σου.

Όπως ο βράχος μες στη θάλασσα, που περιμένει υπομονετικά την άμπωτη μιας παλίρροιας για να προβάλλει την σάρκα του στον ήλιο.

Δεν είναι όλες οι ιστορίες προς έξοδο. Και δεν έχουν και όλοι οι άνθρωποι βράχους.

Υπάρχουν κάποιοι, που όταν κολυμπούν επιλέγουν να ανοίγουν τα μάτια τους μέσα στη θάλασσα και κάποιοι άλλοι, όταν σηκώνουν το κεφάλι τους να πάρουν ανάσα.

Υπάρχουν και κάποιοι, πιο σοφοί, που τα κρατούν συνέχεια ανοιχτά. Που βλέπουν την γραμμή της θάλασσας να τους χωρίζει το οπτικό πεδίο στα δύο. Που καταφέρνουν έστω και για μια στιγμή, να δουν στο μικροσκόπιο, την απέραντη γραμμή του ορίζοντα.

Αυτή την γραμμή που ορίζει το μέσα με το έξω, την γραμμή που περιμένουμε να εξαϋλωθει κάποια στιγμή, για να αρχίσουν να βγαίνουν οι ιστορίες προς τα έξω.

Όταν έχει απανεμιά, όταν η θάλασσα καταλαγιάζει, όταν ο ουρανός γίνεται ασυννέφιαστος και ξαστεριάζει.

Δονούσα 2016, η πιο ωραία ξαστεριά έως τώρα.

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

BACKWARDS

Εδώ και καιρό, εχω αρχίσει να ξαναμαθαινω.

Όταν μετράς ήττες, θυμάσαι πως η γνώση είναι εφόδιο. Και όταν οι έφοδοι σου λιγοστεύουν, πρέπει να μάθεις να ξαναμαθαινεις.

Εχω αρχίσει να ξαναμαθαινω τις λέξεις, να ξαναερμηνευω τα σημαίνοντα, να ξανά αναρωτιέμαι για τα σημαινόμενα, να ψαχνω να βρω πως κουμπωνουν πανω μου.

Φοβος, παρεκλιση, απορριψη, ματαιωση, θυμος. Απο ποσες λεξεις απαρτιζεται η μοναξια. Κ ποσες λεξεις πρεπει να μασησεις καλα, να τεμαχίσεις κομματάκια για να τις φτυσεις από μέσα σου;

Ταξιδεύω ανάποδα για να ξαναγνωρίσω τον χρόνο. Με μικρές στάσεις σε μνήμες-σταθμούς.

Είναι περίεργο να ξαναπλησιαζεις το συναίσθημα απαλλαγμένο , όσο γίνεται, από συναίσθημα. Σαν να μην το έζησες εσύ. Πιο μακρυά βαλμένο στο χρόνο, πιο βαθιά κρυμμένο σε σένα.

Όλα είναι θέμα χρόνου. Ο χρόνος που χάθηκε και ο χρόνος που απομένει. Ο χρονος που τον φλερταρεις και δεν τον ριχνεις. Που τον φτυνεις και δεν γυρναει. Που τον κυνηγας και στ αρχιδια του.

Η συμφιλιωση. Υπουλη λεξη. Σαν την ανακωχη. Θυμιζει την εχθρα που προγηθηκε. Τον πολεμο που τελειωσε. Τελειώνουν άραγε οι πόλεμοι χωρις νικητη;

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Ο ΘΥΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ


Καταπίνοντας τις τελευταιες φουσκάλες από τον αφρό της fix συνοδεία του Red, πέφτω πάνω σε ένα ακόμη επεισόδιο του σήριαλ της αυτοκτονίας του Β. ή αλλιώς της πρόσφατης και προσωρινής (πάω στοίχημα) ανακάλυψης από τον νεοέλληνα της έννοιας του bullying.

Ανακαλώ όλες τις φεισμπουκικές και ιντερνετικές δημοσιεύσεις οργισμένων “be” και “wanna be” εφήβων που χτίζουν το άλλοθι τους είτε ανα-ποστάροντας συνθήματακια για τον ρατσισμό και την διαφορετικότητα είτε καταδεικνύοντας τους πραγματικούς δολοφόνους του Β. αναπαράγωντας οι ίδιοι τον εκφοβισμό, τον οποίον ξορκίζουν.

Ο Β. δεν έπεσε θύμα της διαφορετικότητας του, αν υπήρχε τέτοια. Ήταν πρωτίστως θύμα του θυμού των θυτών του. Θυμός που έχει πέρα από οικογενειακές, και κοινωνικές ρίζες και πηγές ανατροφοδότησης. Δεν μπορεί κανείς να ξέρει από που πήγαζε ο θυμός των συγκεκριμένων 4-5 20χρονων, μπορεί όμως σε 1-2 λεπτά να βρει πολλαπλές συσχετίσεις του θυμού ενός ανθρώπου με την οικογενειακή πίεση που μπορεί να χει υποστεί, την κοινωνική αδικία που βιώνει ή την ενηλικίωση του ως θύμα που κάπου οφείλει να ξεσπάσει. Είναι ο θυμός του πιτσιρικά που μπορεί να τρώει ξύλο, της οικογένειας που της κόψανε το ρεύμα ή απλά του τύπου που τα χει πάρει με τον γείτονα που έχει πιο μουράτη γκόμενα.

Είναι όμως και η ίδια νοοτροπία του θύματος που κουβαλάει και ο Έλληνας με «τα 400 χρόνια σκλαβιάς», «την Ευρώπη που δεν τον αφηνει να ορθοποδήσει», «τους πολιτικούς που του φάγαν τα φράγκα». Ο έλληνας έχει μεγαλώσει ως θύμα και σέρνει μαζί του το κόμπλεξ οτι θα πέσει ξανά θύμα. Και ο θυμός του γίνεται νταηλίκι που ξεσπά σε όλους και όλα, «στέλνει τον Βαρουφάκη που είναι μαγκας να γαμήσει την ευρώπη», «δουλεύει όσο γουστάρει γιατί δεν τον πληρώνουν καλά», «κορνάρει», «φτύνει», «βρίζει» και στο διάλλειμα «σπάει και πλάκα με τον πιτσιρικά στις εστίες». Στο μεταξύ έχει σκοτώσει και 5 κυνηγούς που μπήκαν στο χωράφι του χωρίς να πάρουν άδεια (Καλύβια Αγρινίου 2006). Ο θυμός του "αδικημένου" θύματος.

Ο Β. δεν έπεσε θύμα μόνο του θυμού των θυτών του. Έπεσε και θύμα του φόβου του. Γιατί ο Έλληνας πέρα από χρυσαυγίτης είναι και χριστιανός, πέρα από αριστερός είναι και δεξιός και γιατί ο φόβος φυλάει τα έρμα. Ξανά δεν ξέρει κανείς γιατί ο φόβος ενός 20χρονου ήταν πιο δυνατός από το ένστικτο της επιβίωσης αλλά μπορεί να βρει ίδιες συσχετίσεις του φόβου με την οικογενειακή άρνηση, την δική του πιθανή κακοποίηση, την ενηλικίωση με την νοοτροπία του θύματος που δεν μπορεί να ξεσπάσει, δεν πρέπει να είναι διαφορετικός ή καλύτερα δεν πρέπει να φαίνεται. Δεν πρέπει να φαίνεται διαφορετικός ή δεν πρέπει να φαίνεται καθόλου. Ο φόβος του μαθητή που δεν σηκώνει το χέρι, του υπαλλήλου "yes sir", της γυναίκας που τρώει ξύλο, του ομοφιλόφιλου άντρα, ο φόβος των γονιών που ντύνει τα ίδια τα παιδιά τους.

Δεν ξέρω αν ο Β. ήταν ομοφιλόφιλος ή όχι, και δεν είναι το ζητούμενο. Ξέρω πως ακόμη και να ίσχυε, δεν ήταν αυτό που ενδυνάμωσε τον θυμό των άλλων τόσο, όσο ενδυνάμωσε τον δικό του φόβο. Είναι ο ίδιος φόβος που θα κουβαλούσε αν ήταν πιο κοντός ή πιο χοντρός, αν ήταν ψευδός ή με νοητική υστέρηση, ή απλά διαφορετικός. Ο φόβος του διαφορετικού θύματος.

Δεν ξέρω με ποια γαμημένη μετάλλαξη το ίδιο θύμα μπορεί να γίνει θυμός από την μιά αλλά και φόβος από την άλλη και ούτε είμαι σίγουρος πως οι δύο συμπεριφορές δεν εναλλάσονται. Το μόνο που φαντάζομαι είναι πως όσο οι Βαγγέληδες της ελληνικής κοινωνίας νομίζουν οτι διαφέρουν από το πρότυπο που στερεοτυπικά οφείλουν να μοιάζουν, τόσο περισσότερο φοβισμένα θύματα γίνονται εις βάρος των θυμωμένων θυμάτων της ίδιας κοινωνίας.

ΠΕΡΙ 7ης

(or watching The Hateful Eight and The Revenant)

Μέχρι τώρα ότι ταινίες έβλεπα τις κατέτασσα σε 3 κατηγορίες. Τις Ταινίες, τις καλές ταινίες και τις ταινίες καναπές-ποτό-πατατάκια. Στην τελευταία κατηγορία ήταν ταινίες περιπέτειας, θρίλερ και box office.

Βλέποντας το «The Hateful Eight» του Tarantino και το «The Revenant» του Iñárritu και μετά από σχεδόν 6 ώρες σπλατεριάς, προσπάθησα να καταλάβω γιατί γούσταρα. Και οι δύο ταινίες πέρα από τα άλλα κοινά που έχουν (19ος αιώνας, Αμερικανική δύση), είναι 2 ταινίες βίας. Χωρίς περιπλεγμένο συναίσθημα, συμβολισμούς ή αναφορές. Μόνο βία.

Το εύκολο ερώτημα που προκύπτει είναι «αν μπορεί μια ταινία βίας να είναι καλή ταινία». Το δύσκολο ερώτημα είναι «τι σημαίνει καλή ταινία».

Σκοπός του cinema, όπως και κάθε μορφής τέχνης, είναι η επαφή του θεατή με το συναίσθημα του. Ένα πράγμα σαν ψυχοθεραπεία σε fast forward. Ο μόνος τρόπος για να παρακολουθήσεις μια ταινία, είναι να αψηφήσεις κάθε «ειδικό» πριν πας, να καθήσεις στο κάθισμα και απλά να γίνεις θεατής. Δεν χρειάζεται να μελετήσεις την υποκριτική των ηθοποιών, την σκηνοθεσία, την φωτογραφία ή την μουσική που παίζει από πίσω. Όλα αυτά λειτουργούν αλληλένδετα με έναν τρόπο που αν προσπαθήσεις να τον μετατρέψεις σε κουτάκια, πολύ απλά θα χάσεις την ουσία της τέχνης που δεν είναι άλλη από το «αισθάνομαι». Ή καλύτερα το «ανακαλύπτω τι αισθάνομαι».

Αν στους τίτλους τέλους, νοιώσεις ότι άνοιξε μια καινούρια πόρτα στο μυαλό σου, που μπορεί να μην ήξερες καν οτι υπήρχε, τότε είδες μια ωραία ταινία. Και όπως είναι λογικό, έργα που επικαλούνται συναισθήματα περισσότερο κρυμμένα, που ξεκλειδώνουν πιο βαριές πόρτες είναι και αυτά που σε σημαδεύουν περισσότερο. Το να αισθανθείς το δύσκολο και να το καταλάβεις είναι το ζητούμενο.
Της τέχνης και της ύπαρξης.

Και όσο πιο ενήλικας είσαι, ηλικιακά, συναισθηματικά ή κινηματογραφικά, τόσο το να νοιώσεις κάτι δύσκολο, γίνεται και όλο και πιο δύσκολο. Αφενός γιατί νομίζεις ότι τα δύσκολα περάσανε και αναπάυεσαι απροετοίμαστος και αφετέρου γιατί οι πόρτες που μένουν για το τέλος ανοίγουν και τα πιο σκοτεινά δωμάτια.

Ξεκινάς κινηματογραφικά με λίγο θυμό για τον πατέρα σου, απομυθοποίηση της μάνας σου, αποδομείς το σχολείο, την εκκλησία και την κοινωνία. Ενηλικιώνεσαι και δυσκολεύουν οι θεματικές. Αρχίζεις και παραδέχεσαι την προβληματικότητα σου, βιώνεις τον πόνο του χωρισμού, ανακαλύπτεις τα πιο πρωτόγονα ερωτικά σου ένστικτα και αναζητάς την αγάπη. Και συνεχίζεις με το να συνειδητοποιείς το θυμό σου, να μισείς και γίνεσαι απενεχοποιημένα βίαιος και να το γουστάρεις τελικά όσο πιο ωμά γίνεται.

Εντελώς ενδεικτικά, Bergman, von Trier, David Lynch, Tarantino, Chan-wook Park, Coen, Fatih Akin, Danny Boyle, Asghar Farhadi, Wong Kar-wai. Ο καθένας από μας με τη δική του διαδρομή και με λιγότερες ή περισσότερες στάσεις με τελικό προορισμό την πορεία εντός, όσο πάει.

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Part 1: The story


Αθήνα, μέσα καλοκαιριού.

Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», θάλαμος 512, κρεβάτι 3.

Μία γυναίκα ετών 72 με εγκεφαλική βλάβη, σε ημικωματώδη κατάσταση εδώ και μέρες, φλερτάρει με τον θάνατο. Το κοντό κουρεμένο γκρίζο μαλλί της, χτενισμένο προς τα πάνω, αφήνει να φανεί απροκάλυπτα το σπασμένο μέτωπο της. Το βλέμμα της περήφανο, σαν ανθρώπου ελεύθερου, που έχει μάθει να υψώνει τείχη άμυνας για να διαφυλάξει τα κεκτημένα του. Τα γκριζοπράσινα μάτια της, μοναδικές ανοχύρωτες οπές που μαρτυρούν πως είναι πλήρης από αγάπη.

Το σώμα της γυμνό κάτω από το λευκό σεντόνι, έντονα θηλυκό με πλούσιες καμπύλες.

Δίπλα στο κρεβάτι κάθε απόγευμα, στην ίδια θέση, εδώ και μία εβδομάδα η ίδια γυναίκα. Κανείς άλλος.

Στην ίδια καρέκλα, να κοιτά την ξαπλωμένη γυναίκα και να σηκώνεται σε κάθε της κίνηση.

«-Καρδιά μου ξύπνησες? Tι θέλεις?»

Στην ίδια ηλικία, ίσως λίγο μικρότερη. Με ξανθό κουρεμένο μαλλί, χτενισμένο προς τα κάτω, να καλύπτει το μέτωπό της. Το βλέμμα της φοβισμένο, ανθρώπου που ψάχνει να βρει κάπου να γαντζωθεί όταν χάνει τα κεκτημένα του. Τα μονόχρωμα καφέ μάτια της, μικρά, σπινθηροβόλα αλλά γαλήνια, γεμάτα αγάπη.

Το σώμα της ντυμένο αυστηρά καλύπτοντας όσο γίνεται περισσότερο κάθε σημείο της θηλυκότητας της.

Βγάζω την ιατρική ποδιά τις πλησιάζω και συστήνομαι με το όνομα μου. Ζητώ συγγνώμη για την αδιακρισία μου, της λέω πόσο θαυμάζω τη σχέση που έχουν και την ρωτάω αν είναι συγγενείς.

«Όχι, δεν είμαστε συγγενείς. Είναι η μία για την άλλη αδερφή, φίλη, μάνα. Τα πάντα.»
«Ζείτε μαζί?»
«Από χρόνια. Είναι τα πάντα η μία για την άλλη. Τα πάντα.»

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Έχω έναν κόμπο σταματημένο στο λαιμό μου.
Δωσ' μου ένα φιλί σου να καταπιώ, να τον παρασύρει.